Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Ο αΛΛΟς

 Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Με έπιασε ο φόβος μου

και μου ’πε «πιο σιγά»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Γέλασε ο καθρέφτης μου

και μου ’πε «άστα αυτά»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Ακούστηκε το ψέμα μου

«Αλήθεια; Τι καλά!»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Το θάρρος μου απάντησε

«Σιγά, παληκαρά»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Με ρώτησε η καρδιά μου

«Αλλάζει η καρδιά;»


Είπα να γίνω άλλος

δεν το ’πα πουθενά

μην πέσω πάλι πάνω τους

κι αρχίσουνε ξανά

Συμφορά

 Φόρεσα τα καλά μου

να βγω να δυστυχήσω

και έβαλα το γέλιο μου

για να μη με λυπήσω


Φόρεσα ρούχα καθαρά

να βγω να λερωθώ

κι άφησα πίσω την καρδιά

να μην τη φορτωθώ


Θα πάρω όποιο δρόμο βρω

θα πάω όπου με βγάλει

κι άμα πετύχω το Θεό

θα πάω απ’ την άλλη


Γιατί άλλο βαρέθηκα

και είπα να ξεχάσω

να βρω καμιά συμφορά

μαζί της να γιορτάσω

Η Λεξη

 Στο στόμα μου μια λέξη

γυρεύει μια φωτιά

την πνίγω όμως μέσα μου

πίνοντας μια γουλιά


Στο στόμα μου μια λέξη

γυρεύει μια φωτιά

και κάθε βράδυ εγώ κρατώ

τα δόντια μου κλειστά


Στο στόμα μου μια λέξη

γυρεύει μια φωτιά

γι’ αυτό κι εγώ την πέταξα

επάνω στην καρδιά


Μες στην καρδιά η λέξη

άρπαξε φωτιά

κι αφού κάηκε ολόκληρη

την είπα τελικά

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Με ρώτησαν / τους ειπα

 

Με ρώτησαν τι έμαθες

τους είπα «να ξεχνάω»,

με ρώτησαν τι ξέχασα

τους είπα «που να πάω».

Με ρώτησαν αν χάθηκα

τους είπα «δεν με νοιάζει»,

όποιος δεν ξέρει πώς θα βγει,

ποτέ του δεν τρομάζει.


Με ρώτησαν τι ήθελες

τους είπα «δεν θυμάμαι»,

με ρώτησαν τι έψαχνες

τους είπα «ό,τι φοβάμαι».

Με ρώτησαν «φοβήθηκες;»

τους είπα «ας γελάσω»,

εγώ τον φόβο μου, όταν βρω,

μαζί του θα πλαγιάσω.


Με ρώτησαν τι έσπασες

τους είπα «τη σιωπή μου»,

με ρώτησαν τι άκουσα

τους είπα «τη φωνή μου».

Με ρώτησαν τι έλεγε

τους είπα «τη ζωή μου»,

μα δεν την αναγνώρισα,

δεν ήτανε δική μου.


Με ρώτησαν πού έφτασες

τους είπα «όπως πάω»,

με ρώτησαν αν γύρισα

τους είπα «δεν γυρνάω».

Με ρώτησαν αν νίκησες

τους είπα «δεν ρωτάω»,

τα βήματά μου τέλειωσαν,

μα ακόμα προχωράω.

Σύννεφα κι αστέρια

 Τα σύννεφα κατέβηκαν 

με τα χαρτιά στα χέρια

μου ζήτησαν τα περσινά 

που φύλαγα τ' αστέρια.


Τους είπα είναι σκοτεινά 

κι άμα σας τα δώσω, 

ποιος θα μου φέγγει τη βράδια 

όταν εγω ξαπλώσω;


Κι αυτά μου είπαν κράτα τα,

μα να 'χεις στο μυαλό σου, 

πως κάποτε θα σβήσουνε 

και θα 'σαι μοναχός σου

Στρατηγός του καναπέ

 Είμαι στρατηγός μεγάλος

με παντόφλα και φραπέ

έχω κατακτήσει κόσμο

πάνω εδω στο καναπέ


έχω τάγματα και στόλους 

έχω όπλα στο χαρτί

κι αμα πέσει και το ρεύμα 

έχω εφεδρικό κερί


​Έχω λόγια για τους αλλους

έχω νόμους - θεωρίες

κι όταν έρθει η σειρα μου

ψάχνω για δικτατορίες


έχω σχέδια για πολέμους

έχω χάρτες στο συρτάρι

είμαι έτοιμος για όλα

Κι ας με λένε όλοι κλαψιάρη


​Μη με λες να βγω στο δρόμο

είμαι ήρωας της καρέκλας

έχω σώσει τρεις πατρίδες

απ’ τη άκρη της κουβέρτας


​Έχω θάρρος που δεν ξέρεις

των παλιών εγω ειμαι χνάρι

κι αν πετάξω τη παντόφλα

πετυχαίνω το φεγγάρι

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Η Αγάπη

 Την ταΐζα με όνειρα, τη πότιζα με δάκρυ

και όταν τη βαριόμουνα, της έδινα ενα χαπι

κι αυτή απ' το κλουβακί της με κοίταγε στα μάτια

το χάδι που της έδινα, το έκανε κομμάτια


​Γρυλίζει η αγάπη μου σαν άγριο θηρίο

δαγκώνει όλες τις νύχτες μου, χωρίζεται στα δύο

δεμενη είναι στο στήθος μου, μ’ ακούω τα βήματά της

να έρχεται καταπάνω μου μαζί με τη φωτιά της

Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

 Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

οι πιο σπουδαίοι και τρανοί σε τούτη τη δουλειά

δύο σπαθιά μας έδωσε να έχουμε η πατρίς

και άλλα δύο παράσημα που είναι δανεικά


​Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

φοράμε αστέρια πάνω μας, στο πέτο λαμπερά

άξια τα κερδίσαμε, μας τα 'δωσε η πατρίς

και ας μη μας χρειάστηκε ούτε μια φορά


​Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

οι πιο σπουδαίοι και τρανοί σε τούτη τη δουλειά

γιατί αυτό πού κάνουμε δεν το κάνει κανείς

ποτε μας δεν αφήνουμε να πέσει χαμηλά


​Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς,

και είμαστε περήφανοι-περήφανοι γι' αυτό

γιατί τόσοι που πέρασαν εδώ στης γης

εμείς φυλάξαμε γι αυτους οτι πιο ιερό

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Καρδιά

 Την έχω χρόνια μέσα μου, σαν ζώο μαθημένο,

να τρώει από το πιάτο μου, να μένει νηστική.

Την έχω μάθει στη σιωπή, όταν μιλούν οι άλλοι,

να σκύβει το κεφάλι της, να κάνει την νεκρή.


Την έχω μάθει να πονά, χωρίς να βγάζει άχνα,

μες στη φωτιά να σβήνεται, να είναι βαρετή.

Την έχω μάθει να γυρνά, χωρίς να βρίσκει άκρη,

κι όταν δακρύζει, όρθια να είναι γελαστή.


Ένα πρωί την άκουσα, αλλιώς για να χτυπάει,

τα δόντια της ορθάνοιχτα, να λένε για φωτιά.

Την είδα που σηκώθηκε, χωρίς να με ρωτήσει,

κι μ’ άφησε μοναχό μου, να ψάξει για χαρά.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

aς έρθει νa με φάει

 Βαρέθηκα να 'μαι αρνί

και να φοβάμαι πάντα

να με κουρεύουν οι βοσκοί

και να μου λένε "υπομονή",

"Θα σου 'ρθει η αβάντα"


​Έτσι και πήγα στο βουνό

να μάθω ν' αγριώνω,

έκανα πρόβα, μα βογκω

τόσο που τρόμαξα κι εγώ

με τον κακό μου τόνο


​Φόρεσα δόντια δανεικά 

και μια ουρά από τρίχα

βγήκα να φαω πρόβατα

μ' αντί για αγριόγατα 

τους είπα "καληνύχτα"


​Οι λύκοι που με είδανε

μου μετρήσαν το μπόι,

με κοίταξαν απ' τη κορφή

"δεν είσαι", μου 'πανε "εσύ"

"απ' το δικό μας σόι"


​Γύρισα στο κοπάδι μου

με τ' άλλα τα ζωάκια

και λύκος αν εμφανιστεί,

χαμογελώ όπως οι δειλοί

του δείχνω και δοντάκια 


​Κι αν κάποιος θέλει να με βρει

και αμα το βαστάει

εγώ δεν είμαι πια αρνί,

μα ούτε λύκος ή σκυλί

κι ας έρθει να με φάει

Ο καημός

 Στον ώμο μου ένας καημός 

σαν άρρωστο πουλάκι,
κουρνιάζει διχως να πετά
στριμώχνεται μες τα ζεστά
και τρέμει σαν παιδάκι

​Του βαζω ψίχουλα, ψωμί
νερό για τη δροσιά του,
μ’ αυτό κοιτά τον ουρανό,
Κι ας έχει κάτω και τα δυό 
σπασμένα τα φτερά του

​Το πήγα κάποτε ψηλά
να μάθει να πετάει,
μα μόλις είδε τα βουνά,
χώθηκε ακόμα πιο βαθιά
φοβήθηκε να πάει

​Το άφησα σε σύννεφο
να βρει το δρόμο, μόνο
Μα γύρισε το δειλινό
πριν πέσω για να κοιμηθώ
και κάθισε στον ώμο

​Του είπα "φύγε, αφου μπορείς",
με είπε "που να πάω;",
κι εγώ του είπα "πετάξε",
και μου 'πε, όπως με κοίταξε 
"δεν ξέρω να πετάω"

​Κι έτσι ξεμείναμε μαζί
αφού είναι γραφτό μας
εκείνο σέρνει ενα φτερό
κι εγώ απλά καθομαι εδώ
πονώντας για τους δυό μας

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Δυό Μάρκους

 Δυό Μάρκους να ερωτευτώ

μου έφερε η μοίρα,
τον ένα απ' το Μέξικο,
τον άλλο απ' τη Σύρα.

​Με πάει ο ένας σε βουνά,
φαράγγια και χαράδρες,
κι ο άλλος βόλτες Πειραιά,
χασίσια και λουλάδες.

​Σαν πιάνει ο ένας μπαγλαμά,
γλυκαίνει την καρδιά μου,
κι ο άλλος όταν με κοιτά,
θεριεύει τη φωτιά μου.

​Δυο Μάρκους μού 'στειλε η ζωή,
και ξερω τι τους κάνω,
όταν ο ένας μ' αρρωστά,
τον άλλο έχω να γιάνω.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

Χαμόγελο

 Μετράνε την ανάσα μου,

ζυγίζουν τα όνειρά μου,
και κόβουν απ' το μπόι μου
τα χρόνια τα καλά μου.

Φοράω το χαμόγελο
που θέλει η εταιρεία,
κοιτάζω στον καθρέφτη μου
μου βαζω απουσία 

Οταν γυρνώ στο σπίτι μου
Πανω στο κομοδίνο
Το βγάζω ήσυχα, καλά 
Κι ευλαβικά το αφήνω

Και το πρωι οταν ξυπνώ
Κάνω ότι τα γεροντια
Το βαζω αμέσως πάνω μου
Πριν πλύνω και τα δόντια

Βγήκα μετά για να σου πω / Πως φταίνε πάντα οι άλλοι
Και σου 'λεγα σαν ψιθυρος / Μην σκύβεις το κεφάλι
Εγω που αυτό το δέχτηκα / Εγώ που το φορούσα
Εγώ που κάθε μου πρωί /Σ εμένα το πουλούσα

Νεα ησυχία

 Η νέα ησυχία ήρθε για δουλειά,

σφίγγεται στο στόμα, μπαίνει στα σωθικά.
Φωλιάζει στ' αυτιά μου, κρυώνει την καρδιά,
κι αφήνει όλες τις λέξεις μου νεκρές, χωρίς φωτιά.

Έγινα πελάτης της, έγινα βουβός,
κουρνιάζω στα πόδια της σαν σκύλος μοναχός.
Χαϊδεύει με τα χέρια της κάθε μου γρατζουνιά,
κι όσα λόγια είχα, τα ξέχασα κι αυτά.

Η νέα ησυχία ήρθε στη γειτονιά,
μπήκε στα τσιγάρα μου, έγινε ρουφηξιά.
Κάθισε στα χείλη μου, έγινε φιλί,
τη φίλησα, με φίλησε, κι έγινα σιωπή.

Παρασκευή 19 Ιουνίου 2026

Απο μωρό

 Από μωρό δεν έκλαψα – δεν γέλασα – δεν είδα

Γιατί ζωή μου έριχναν, μέσα με καθετήρα

Έτσι ποτέ δεν έκλαψα ή με λύγμους ή σκέτα

Γιατί όλα μού τα δάκρυα, σκληρά είναι σαν πέτρα

Από μωρό δεν έκλαψα – δεν γέλασα – δεν είδα

Γιατί ίκτερο μού ρίχνανε μες τη θερμοκοιτίδα

Έτσι ποτέ δεν γέλασα ή φανερά ή στη ζούλα

Γιατί όλα μού τα χάχατα, μού φέρναν αναγούλα

Από μωρό δεν έκλαψα – δεν γέλασα – δεν είδα

Γιατί όνειρα μού δίνανε – τη πιο μικρή μερίδα

Έτσι ποτέ τα μάτια μού – δεν έκανα ν' ανοίξω

Γιατί μετά δεν θα 'ξερα πού πρέπει να τα κρύψω

Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Ξεχάστηκες

 Κοιτάζω απ’ το παράθυρο 

και τα άστρα βλέπω κάτω

Ακόμα και ο Θεός μου, 

κι αυτός είναι φτωχός.

Τι έγινε και μένανε 

με βλέπω πιο κεφάτο;


"Ξεχάστηκες ανάποδα κι όλα φαίνονταν αλλιώς..."


​Κοιτάζω το άσπρο πιάτο μου 

κι αυτό είναι γεμάτο

Ακόμα και ο φόβος μου 

μπροστά μου είναι δειλός.

Τι έγινε και μένανε 

με βλέπω πιο χορτάτο;


"Ξεχάστηκες ανάποδα 

κι όλα φαίνονταν αλλιώς..."


​Κοιτάζω στον καθρέφτη μου 

και δεν με βλέπω σκάρτο

Ακόμα και ο πόνος μου 

στη γεύση είναι γλυκός.

Τι έγινε και όλα μου 

έχουν έρθει πάνω κάτω;


"Ξεχάστηκες ανάποδα κι όλα φαίνονταν αλλιώς..."

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

Του Ραμαντάνη τ' άρματα

 Του Ραμαντάνη τ' άρματα

δεν πρέπει να πουλιούνται

μόν' μες τα δικαστήρια

θα πρέπει να κρεμιούνται

​Να τα κοιτούν οι δικαστές

να βγάζουν αποφάσεις

και να θυμούνται - τ' άδικο

πως δεν το αγοράζεις

Ψέμα

 ​Το ψέμα μου θρονιάστηκε

μες στο λαιμό, στην άκρη

και την αλήθεια ρούφηξε

λες κι ήταν ένα δάκρυ


​Μετά πήγε και κάθισε

για τα καλά στο μάτι

κι ό,τι αγαπούσα κι θελα

τώρα το βλέπω άχτι 


​Μετά πήγε κι απλώθηκε

στη γλώσσα μου και φτύνει

λέξεις που θέλω, μακρυα 

και ψεύτικες με αφήνει


​Και τέλος πήγε, ρίζωσε

πάνω στην αγκαλιά μου

κι ό,τι κοντά μου κράταγα

το έστειλε μακριά μου

Σκουλ

 Δεν άντεξα - δεν μπόρεσα

τον ήλιο ν' αντικρίσω

γι' αυτό και αποφάσισα

τον ίσκιο μου να σβήσω

​Με φόρτωσα - με έβαλα

μέσα σε ένα σάκο

και πήγα και με πέταξα

μεσα σε ένα λάκκο


​Και εκεί που ήμουν στερνός

τώρα πια - είμαι πρώτος

κι έχω αναμμένο, έτοιμο

κεράκι για το σκότος


​Χωρίς ενοίκιο είμαι εδώ

και όλος μου ανήκει

και δεν με νοιάζει μια ζωή

να ζήσω σαν σκουλήκι

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2025

Ο πονος μου περπάτησε

Ο πονος μου περπάτησε 

Κι έφτασε στο κεφαλι

Έκανε περα το κρασί 
Και μου 'φάγε τη ζάλη 
Κι εκεί που πέρναγα καλά
Και είχα ύφος γόη 
Κάνει ακομα μιά μπουκιά 
Και ολο μου το τρώει 

Ο πόνος μου περπάτησε
Και έφτασε στο στόμα 
Έφαγε το χαμόγελο 
Και μ' αφησε τη βρώμα 
Κι εκεί που πέρναγα καλά 
Εγώ κι αφεντιά μου
Μ' άφησ' απ' ολες τις σιωπές 
Ν' ακούω τη δικιά μου

Ο πόνος μου περπάτησε 
Κι έφτασε στη καρδιά μου
Τα φύλλα παραμερισε 
Κι έφαγε τη χαρά μου
Κι εκεί που πέρναγα καλά 
Και ολους τους νικούσα
Μου τρώει οτι κέρδιζα 
Και ότι αγαπούσα