Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2018

δεν χωρώ

Φέρνω το κόσμο στο αυτί – τον κάνω σκουλαρίκι
Για να μου πει όταν τον ρωτώ
Μέσα του γιατι δε χωρώ
Που ΄μια το δόλιο ένα μικρό
Και μοναχό σπουργίτι

Κι αυτός μου λέει και μου γελά
Πελώριος – καμπίσιος
‘’πολύ θα σ΄ήθελα εδώ
...μα ΄σαι παραπανίσιος’’

Φερνω στα χειλη το Θεο – για τον κανω λεξη
Για να μου πει σαν τον ρωτω
Μεσα του γιατι δεν χωρώ
Που ΄μια αιώνια μοναχό
Σκοτάδι διχως φέξη

Κι αυτος μου λεει και γελα
Καταλευκος σα χιονι
‘’το σκότος σου, καλο είναι μα…
...το ασπρο μου, λερώνει’’

Φέρνω τον έρωτα κοντα – στα ματια να τον βλεπω
Για να μου πει όταν τον κοιτω
Μεσα του γιατι δεν χωρω
Σαν τον ρωταω με καημό
..καρδιά εγω δεν έχω ;

Κι αυτος μου λεει και γελα
Κοιταζοντας τη λιστα
‘’ πολύ θα σ ΄ηθελα αλλα
....κι αποψε ειμαι φισκα’’


Μαθαίνω

Μαθαίνω πώς να πνίγομαι
Πώς να μην ανασαίνω
Μαθαίνω πώς να σέρνομαι
Και να ΄μια θλιβερός
Μαθαίνω πως  να γλείφομαι
Και ετσι να χορταίνω
Που πάντα ειμαι υπάκουος
Να νιώθω τυχερός

Μαθαίνω σαν κοιτάζομαι
Να βλεπω στον καθρεφτη
Αυτόν που μου χαμογελα
Να είναι πιο νεκρος

Μαθαινω να μην καίγομαι
Να ειμαι ολος σταχτη
Μαθαίνω να ΄μια απ ολους σας
Εγω ο πιο σκυφτος
Μαθαινω πώς να γδερνομαι
Να με ΄χω παντα αχτι
Και πανω στο τσιγκελι μου
Να μπαίνω μοναχος

Μαθαινω σαν κοιτάζομαι
Να βλεπω στον καθρεφτη
Αυτόν που μου χαμογελα

Να ΄ναι πιο αδειανός

μαυρο προβατακι

δεν ειμαι μες το ματι σας
ουτε κυλω σαν δακρυ
ειμαι πανω στη πλατη σας
το μαυρο προβατακι

δεν ειμαι στο στομα σας
στα σαλια από κατω
ειμαι μεσα στα σκελια σας
σε αναβραζων λάκκο

δεν ειμαι μες τα νυχια σας
ουτε σας φαγουριζω
ειμαι μπαρμπερης της καρδιας
για να σας την ξυριζω

δεν ειμαι μεσα στο κελι
που φτιαξατε να παω
ειμαι μεσα στα δοντια σας

και από κει γελαω

ειμαι ένα μικρο μυρμήγκι

ειμαι ένα μικρο
μυρμήγκι δυνατο
στη πλατη μου φορτώνω επανω
ολοκληρο βουνο
ποτε μου δεν κουραζομαι
ποτε μου δεν κοιμαμαι
μα μια φορα σαν ανθρωπος
θελω να ονειρευτώ

ειμαι ένα μικρο
μυρμήγκι ,διχως ποθο
κι αυτό που κανω πιο καλα
είναι το να μη νιωθω
καρδια δεν ξερω αν μου ΄βαλαν
μα τι ζωη να ζησω
αν δεν μπορεσω μια φορα
και ΄γω να αγαπησω

δεν μου ΄δωσαν φωνη
και ετσι δεν μιλω
ουτε πνευμονια μου ΄δωσαν
ανασα για να πιω
μα πνίγομαι κι αναθεμα
υπαρχη μια στιγμη
που σαν το λυκο μου ΄ρχεται
ν΄ αφησω μια κραυγη


ζωντανός

ανοιγω το παραθυρο να μπει μεσα σκοταδι
και μεσα στο σκοταδι μου να νιώσω πιο θεος
να σερνομαι στα ποδια μου γυρεοντας μου, χαδι
και να μου λεω ψεματα πως ειμαι ζωντανός

ανοιγω το παραθυρο να μπει πιο μεσα η νυχτα
και κατω απ τη βροχη της, να γινω ουρανος
να σταζει ολη πανω μου σα λερωμένη γλυκα
και να μου λεω ψεματα πως ειμαι ζωντανος

ανοιγω το παράθυρο να μεσα αγαπη
και μεσα στη σιωπη της, να γινω βρυχηθμός
να πεσω καταπανω της τωρα που ΄ναι κεφατη
και να μου λεει ψεματα πως ειμαι ζωντανος


μην ακουμπάτε

μην  αναπνέετε κοντα μου
μη μ αγγίζετε σας λεω κι αιντε παψτε να μ ακουτε
μην ακουμπατε τη καρδια μου
και αφήστε με μοναχο
να χορτάσω τη χαρα μου  

απ το κεφι μου μη πιειτε
και σταθείτε μακρυα μου περα κει στην άλλη οχθη
μην ακουμπάτε τη φωτια μου
γιατι όλα είναι δικα σας
μα αυτή είναι δικια μου

μην πατάτε τη σκια μου
μη με βλέπετε γελοιοι κι ουτε εγω θα σας κοιταζω
μακρυα απ τη στριγκλιά μου
μονο αυτή μου εχει μεινει
να την πινω και να σκάζω


Τετάρτη, 29 Νοεμβρίου 2017

αυτοι οι εαυτοι

κοιταζω το καθρεφτη μου κι ολοι μου οι εαυτοι
ορμανε καταπανω μου αθωοι μα και φταιχτες
φυτρωνουν στο ταβανι μου στους τοιχους στην αυλη
ακομα με πετροβολουν και ολοι μου οι ψευτες

κοιταζω το καθρεφτη μου κι ολοι μου οι εαυτοι
ακομα και οι αχρηστοι επανω μου ορμησαν
με ραίνουν με τα σαλια τους κι κρυοι κι ζεστοι
ακομα πια με φτυνουνε και οσοι μ αγαπησαν

κοιταζω το καθρεφτη μου κι ολοι μου οι εαυτοι
ερχονται με κυκλωνουνε και φτιαχνουν ενα φραχτη
και με αφηνουν μεσα του να ειμαι εγω κι αυτοι
αυτοι οι εαυτοι που χρονια μ εχουν άχτι 

μια μπομπα Υδρογονου

στη Χοιροσιμα ημουν παγκακι
να ημουν λακουβα στο Ναγκασακι
στις νησους Μαρσαλ να ημουν ψαρακι
στη Νόβαγια Ζεμλιά να μουν κυματακι

μες τη Νεβαδα να ημουν κατι
και στο Λοπ Νουρ ισως αλατι
αχ το καημο αυτο που μου χεις δωσει
το Υδρογόνο να ρθει να τον λιωσει  

δεν ειμαι καλα

στη ζεστη κουλουριαζομαι
στο κρυο σιγοβραζομαι
στη φτωχεια μου θρονιάζομαι
θολος και διαυγής

ειμαι φρενοβλαβής 

μοναχος μου προσταζομαι
με βλεπω και μ ασπαζομαι
επανω μου κουρνιαζομαι
αισχρος και συμπαθής

ειμαι φρενοβλαβής 

στο γελιο μου νοικιαζομαι
μ ακουω κι αηδιάζομαι
με γραφω να διαβαζομαι
σπουδαιος αγενης

ειμαι φρενοβλαβής 

απ τα ονειρα ξεβραζομαι
σε μενανε μοιραζομαι
σαν γκρινια επωάζομαι
μέτριος προς γλυκύς

ειμαι φρενοβλαβής 
ειμαι φρενοβλαβής 
ειμαι φρενοβλαβής   

μια χουφτα

εσυ που ξερεις τα πολλα κι γνωση σε μεθαει για πες μας για να ξερουμε ο πονος πως περνάει για πες μας για να ξερουμε οταν σε πιανει γκρινια πως καταφερνεις διαολε και ξεπερνας τη πεινα μεσα στη τσεπη κουβαλω μια χουφτα απο τσιγαρα τα ριχνω μες το στομα μου κι αυτο κανει γαργαρα και αλλη μια ανισόρροπη με γελια που ξεκανουν που τα χω για ανασες μου κλαματα σαν με πιανουν εσυ που ξερεις τα πολλα για δωσε μας μια λυση για πες τι να κανουμε ο ερωτας σα σβησει για πες μας τι να κανουμε ανηφοριά σαν πιανεις πως ερχεσαι στα ισια σου για πες μας πως το κανεις μια χουφτα μες τη τσεπη μου με λυσσα κουβαλαω την εχω για να μην ξεχνω πως ξερω ν αγαπαω και αλλη μια θεοστραβη με φαλτσα να ψειριζω επανω τους να ισορροπώ ισια οταν βαδιζω

Σε καθε ενα τσιγάρο μου γράφω και μια λέξη

Σε καθε ενα τσιγάρο μου γράφω και μια λέξη για να τη πιει η ανασα μου ορθια να σταθει στις σκεψεις μου ν ανέβει σαν Κερβερος να τρεξει και ολο το κεφαλι μου να φαει και να πιει Σε καθε ενα τσιγάρο μου γράφω και μια λέξη να σταξει απο τη σταχτη του στα ποδια μου μπροστα καθε φορα που την πατω στο ποδι μου να μπαίνει σαν προκα να καρφώνεται ζητώντας ζεστασια Σε καθε ενα τσιγάρο μου γράφω και μια λέξη που μονορουφι καθομαι με λυσσα να τη πιω σαν η σιωπη μου ερχεται μαζι μου για να παιξει να εχω μια κουβεντα μαζι της για να πω

στο ίδρυμα του κόμματος

στο ίδρυμα του κόμματος με κλεισανε μια νυχτα γιατι απο μισος άδειασα που μεσα μου ημουν πήχτρα κι οταν αυτοι με ρωτησαν γιατι ολο ξερναω τους ειπα οτι χορτασα δεν θελω αλλο να φαω στο ίδρυμα του κόμματος με κλεισανε μια νυχτα γιατι με γελια γέμισα και τωρα ειμαι πηχτρα κι οταν αυτοι με ρωτησαν προς τι η υστερια τους ειπα πως με κερασα μια φτου ξελευτερια στο ίδρυμα του κόμματος με κλεισανε μια νυχτα γιατι αφδειασα απο διαταγες εκει που ημουν πηχτρα κι οτα αυτοι με ρωτησαν το πρόσωπο μου αν ειδα τους ειπα πως με κοίταξα και μου στριψε η βιδα στο ίδρυμα του κόμματος με κλεισανε μια νυχτα γιατι φωτια ολος γεμισα και τωρα ειμαι πηχτρα κι οταν αυτοι με ρωτησαν τι θελω για να παψω τους ειπα θελω τη σιωπη που μου δωσαν να καψω

Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Του Διογένη τα εγγόνια ήρθανε



Μεσα σε του...- Μεσα σε τουτο το χωριο
ξαφνου πεταχτηκαν κατι πρόστυχα αλανια
τραγουδώντας με τροπο κυνικό 

Ειμαστε το θεριο-το θεριο που κανεις δεν περιμενει
δεν εχουμε θεο κι ΄μαστε παντα διψασμενοι
παιδια και εγγονοί του Διογενη 

Παιζουμε μπα..- Παιζουμε μπαλα με χαρά
με ποδια και με χερια, με κεφαλια και φωτια
να τσακισουμε τα φασισταρια

Ειμαστε το θεριο-το θεριο που κανεις δεν περιμενει
δεν εχουμε θεο κι ΄μαστε παντα διψασμενοι
παιδια και εγγονοί του Διογενη

Σ ενα μπουρζουαδικο κάτι ατιμοθανατοι

Απόψε με καλεσανε σε δείπνο για αχρειους
Να πάμε να μεθυσουμε σ ένά άθλιο λαγουμι 
Μ επίσημο το ένδυμα που αρμόζει σε κυρίους 
Φορεσα τη φρικη μου, την εκανα κουστουμι

Να πάμε να γλεντησουμε σαν ομορφα πρεζακια 
Τι κι αν ατιμοθανατοι ειμαστε και γεροντια 
Θα οργωσουμε τη πολη μας με σάπια αλματακια 
Γι αυτό έβαλα στο γέλιο μου τα πιο λεύκα μου δόντια

Θα πιούμε το μεδούλι μας με ολη τη ψυχή μας 
Θα γλυψουμε τα κοκκαλα που άφησαν οι σκύλοι 
Και υστερΑ γαβγιζοντας θα φαμε την οργή μας 
Γι αυτό εβαλα στο πετο μου, πιατακι και πιρούνι

Κι αφου το μπουρζουαδικο το κάψουμε ρε μάγκα 
Και στην ωραια μέθη μας, πνίξουνε φανφαρονους 
Αν έρθει ο λογαριασμος και δεν έχουμε φράγκα 
Θ αφησουμε απληρωτους τους περσινους μας πόνους

μίσος

Μια καταρα μεσα μου 
Και αλλη μια απ εξω 
Με κυνηγούνε οπου κρυφτώ 
Μα οπου και αν τρέξω 
Σε θρονους κι αν με έχουνε ωραια καθισμενο 
Σ αρώματα και πουπουλα κι αν μ εχουν κοιμισμενο 
Να μην ξεχνώ να κουβαλω οσο και αν γλυκάινω 
Επάνω στο ζωναρι μου το μίσος μου σφιγμενο

Μια καταρα πάνω μου 
Και άλλη μια από κάτω 
Με κυνηγούνε στα ψηλά 
Μα κι οταν πιασω πατο 
Εργάτη κι αν με έχουνε με φτώχεια θηλασμενο 
Σκλαβακι κ μηδενικο με φρικη δοξασμενο 
Να μην ξεχνώ να κουβαλω οσο και αν βουβαινω  
Επάνω στο ζωναρι μου το μίσος μου σφιγμενο

Μια κατάρα πλάι μου 
Στον ύπνο κ στο ξύπνιο 
Με κυνηγούνε στ άδικο 
Μεχρι να βρω το δίκιο 
Στα γλέντια κι αν με έχουνε ωραία στολισμενο 
Θεριό με μαυρο φορεμα να παίζει κουρδισμενο 
Να μην ξεχνώ να κουβαλω οσες και αν πεθαινω  
Επάνω στο ζωναρι μου το μίσος μου σφιγμενο

Μια κατάρα από φωτια 
Και αλλη μια από χιόνι 
Με κυνηγούν στα λεύτερα 
Και σ οτι με κλειδωνει 
Κι;αν μ εχουνε για να γελούν σα ζωο αλλαφιασμενο 
Με;ανοιγμενο το λαιμο κ απο πριν γδαρμενο 
Να μην ξεχνώ να κουβαλω οσο θα ανασαινω 
Επάνω στο ζωναρι μου το μίσος μου σφιγμενο

Στ ολόσωμο κελί μου

Χωμένο στο λαρύγγι μου 
Εχω ενα αγκάθι 
Σαν καταπινω οτι βρω 
Να πιανονται τα λάθη 
Μη φτασουν μεσα μου βαθιά 
Και βρούνε να κρυφτουνε 
Και οταν κανω εμετό 
Εκείνα να μη βγούνε

Βαθιά μεσα στο μάτι μου 
Έχω ενα στιλέτο 
Για να μη βγουν τα ονειρα 
Που καθε τοσο βλέπω 
Μη φτασουνε στα βλεφαρα 
Εξω μου για να τρέξουν 
Και κανα δάκρυ μη βρουν 
Και ετσι δραπετευσουν

Ετσι φοβάμαι και εγω 
Μη φύγω απ την αυλη μου 
Και παω βρε και χωνομαι 
Στ ολόσωμο κελί μου

οι λεξεις μου

Καμια φορα οι λεξεις μου
Αυτες που βγαίνουν πρώτες
Ειναι γεμάτες με σκουρια
Μ αγκάθια και με προκες
Κι αν με ρωτατε το γιατί
Πειτε στην αρχοντια σας
Ειναι να μην τις πιάνετε
Εσεις με τΑ ξερά σας

Λεξεις που γράφω στο χαρτί
ΓιΑ ονειρα που είδα
Ειναι γεμάτες με βρωμιά
Με φρικη και σαπίλα
Κι αν με ρωτατε το;γιατί
ΑΝΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ ΣΑΣ
Ειναι να μην τις πιάνετε
Κι αυτες με τα στυλο σας

Λεξεις που λεω ΦΩΝΑΧΤΑ
Και λενε για αγάπες
Έχουμε μεσα τους φωτια
Θερια κ εφιαλτες
Κι αν;με ρωτατε το γιατί
Πανε να σας ορμηξουν
Ειναι ποτε οι γλώσσες σας
Ποτε μην τις αγγιξουν

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Το Πάτερ Εργατών (ή άμορφος όπως τα μανεκεν)

ξυπνω και βγαινω ασχημος απο την χαραμαδα
τσαλακωμενος και σκυφτος να παω στη γιορτη
ξυριζομαι ολοκληρος με μαυρη σαπουναδα
και ριχνω στο καβαλο μου το πιο νεκρο βρακι

πριν φυγω τον καθρεφτη μου φτυνω για να με πλύνω
και λεω 3 φορες το Πατερ Εργατων
ζεσταίνω μανιφεστα, με το γαλα τα πινω
και φευγω γιατι εχουμε συνελευση νεκρων

γυρναω πισω πιο νεκρος, σπουδαιος και χαμενος
και τραγουδω τον υμνο μας χωρις πολλα ρεφρεν
Ζήτω  που ειναι συντροφοι ακομα πεθαμενος
και σας ποζαρω αμορφος οπως τα μανεκεν 

των παλιάτσων ο χορος

ειναι καπου ενας κρυφος ενας καμένος ουρανος
γεματο πρίγκιπες νεράιδες κι αητους
χωρις παραδεισο γλυκο χωρις αερα και θεο
που ολοι χορευουνε εχω...των παλιάτσων το χορο

εδω δεν εχει μοναξια κι ολοι ανασαίνουνε βαθια
για να μπορεσουν να κρατησουνε ενος λεπτου κραυγη
να σπασουν ολοι οι ουρανοι να τρυπηθει καθε κελι
να ακουστει μεχρι κι εκει... των παλιατσων η σιωπη

 κι αν βαρεθουνε το χορο και κατεβουνε απο δω
θα ρθουν με φορα και θα σκασουν στη δικια μας την αυλη
θα πεσουν πανω μας μ ορμη κι ετσι απλα για μια στιγμη
θα σκασει μεσα μας βαθια... των παλιατσων η φωτια

η καταρα που χω παντα να γελαω

καθε μερα που περνάει
ενα πραγμα με κραταει
ορθιος να περπαταω
ειναι η καταρα που χω παντα να γελαω

ενα πραγμα μ αλαφραίνει
σαν ο πονος δεν χορταινει
οταν μεσα του βουταω
ειναι η καταρα που χω παντα να γελαω

σαν η λυπη με διψαει
ενα πραγμα με κραταει
με αυτη την ξεγελαω
ειναι η καταρα που χω παντα να γελαω

ενα πραγμα με γλυτωνει
η φρικη μου οταν μεγαλωνει
η καταρα να γελαω
και μονο με εμενα σαν θηριο να γλενταω