Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

Πατερ (1)

 

Πάτερ ημών κι αφέντη μου,

δοξάζω τ' όνομά σου,

σκλάβος σου θα 'μαι πάντα εγώ,

για τα θελήματά σου.


​Ελθέτω η εξουσία σου

πάνω μου να πατάει,

και να με κάνει μια μπουκιά

όλο για να με φάει.


​Τον άρτον επιούσιον,

δώσ’ μου ένα κομμάτι,

γιατί η φτώχεια, νόστιμη

είναι αν έχει αλάτι.


​Και άφες μοι τους πόνους μου,

όλο να μεγαλώνουν,

και πάνω εδώ στις πλάτες μου

το δρόμο τους ν’ απλώνουν.


​Και μη εισενέγκης εις πειρασμόν,

κάντονε αγγαρεία,

άμα περάσει απ' το μυαλό

να κάνει ανταρσία.


​Ρύσαι με απ' του πονηρού,

μη γίνει η σκέψη πράξη,

μείνω χωρίς αφεντικό

κι η λευτεριά με κάψει.


​Αμήν.

Πάτερ και αφέντη ημών

Πάτερ και αφέντη ημών,

αγιασθήτω τ' όνομά σου,

σκλάβος σου παντοτινός,

είμαι στα θελήματά σου


​Η εξουσία σου ελθέτω,

στον λαιμό να με πατάει,

και στο στόμα σου θα 'ρθω,

σαν μπουκιά για να με φάει.


​Τον άρτον επιούσιον,

δώσ’ μου ένα κομμάτι,

γιατί η φτώχεια, νόστιμη

είναι αν έχει αλάτι.


​Και άφες μοι τους πόνους μου,

όλο να μεγαλώνουν,

και πάνω εδώ στις πλάτες μου

το δρόμο τους ν’ απλώνουν.


​Και μη εισενέγκης εις πειρασμόν,

κάντονε αγγαρεία,

άμα περάσει απ' το μυαλό

να κάνει ανταρσία.


​Αλλά ρύσαι με απ' του πονηρού,

μη γίνει η σκέψη πράξη,

μείνω χωρίς αφεντικό

κι η λευτεριά με κάψει.


​Αμήν.

Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026

Κι αν

 Κι αν ο κόσμος είναι ψεύτης, πάλι εγώ θα το γλεντάω

κι αν η γη γυρίσει τούμπα, πάλι εγώ μπροστά θα πάω.

Κι αν στραβή είναι η χαρά μου, ούτε την παρακαλάω,

τη φωτιά μου ρίχνω κάτω κι από πάνω τη πατάω.


​Κι αν μου κλείνουνε το δρόμο, από πάνω του πηδάω

κι αν θηλιά πάνω μου βάλουν, με τα δόντια τη μασάω

κι αν με ρίξουνε στον πάτο, στον αφρό ξαναγυρνάω,

ό,τι πάει να με φάει, τρέχω πρώτος να το φάω.

Αν ειχα φίλο

 Αν είχα φίλο τον Θεό

θα ’χα ουρανό δικό μου,

δεν θα ’τρεχα κάτω στη γη

μαζί με τον καημό μου.


Αν είχα φίλο, διάολο

φωτιά θα ’χα δικιά μου

ποτέ της δεν θα κρύωνε

τα βράδια η καρδιά μου.


Ο Άγιος Πέτρος φίλε μου

αν μ’ είχε κολλητό του,

θα ’μπαινα στον παράδεισο

να κάνω τα ρεπό του.


Αν είχα φίλο εμένανε

κόσμο θα ’χα δικό μου,

εγώ θα 'μουν ο σκλάβος μου

εγώ το αφεντικό μου.....

Έτοιμο δηλητήριο

 Στο πάρκο στήσανε κλουβιά

με θέα την πλατεία

και 'βάλαν μέσα δυο φτωχούς

επάνω σε θρανία.


​Κι ένας που βγήκε μια φορά

ήρθε την άλλη μέρα,

γιατί έξω είχε ελευθεριά

μα μέσα είχε καριέρα.


​Του αφήσαν πόρτα ανοιχτή

μα εκείνος έχει μπέσα,

κι αντί ξανά έξω να βγει

χώθηκε κι άλλο μέσα.


​Το αφάν γκατέ μαζεύτηκε

να τον αποθεώσει,

κι εκεινος είπε, τη ζωή

του για αυτούς θα δώσει.


​Κι ο αλλος στο διπλανό κελί

έκαψε τα φτερά του,

και το Θεό παρακαλεί

να έρθει η σειρά του.

Ποταμι

 Ήμουν ποτάμι κάποτε

τώρα ’μαι μαύρο ρεύμα,

και τα νερά μου ξέπλεναν

το γάργαρο μου ψέμα.


Κι όποιος διψούσε για νερό

το στόμα να δροσίσει,

έφευγε κι η γλώσσα του

με ψέμα είχε γεμίσει.


Κι όποιος μια στάλα ζήτησε

αλήθειας απ’ την άλλη,

σαν την κατάπιε σαν σταλιά

την ξέρασε μεγάλη.


Γι’ αυτό και ρέμα μ’ έκαναν,

μ’ έναν ξερό πυθμένα,

να μην μπορεί κανείς να πιει

ποτέ ξανά απ’ μένα.

Σφαγείο

 

Τα δόντια μου τα μέτρησαν πριν βγω απ’ το σπίτι,
να έχω ένα το χαμόγελο μεγάλο, φωτεινό.
Μου είπαν «δείξ’ τα όλα σου, μην κρύψεις ούτε δόντι,
μη σε περάσουν δυστυχή, κακόμοιρο, φτωχό».

Τα όνειρα, μου είπανε, να τα καθαρογράψω,
μην έχω μέσα τίποτα, παράπονο κρυφό,
να σβήσω αν το σκέφτηκα, βαθιά μου να το θάψω,
κι αν με σκουντάει συνέχεια, εγώ να το ξεχνώ.

Κι όταν μου είπαν «έφυγες, όλα σωστά τα έχεις»,
εγώ με κέφι έφυγα, μες στην τρελή χαρά,
συνέχισα χαρούμενος, διπλά ευτυχισμένος,
και στο σφαγείο έτρεξα να κάτσω στη σειρά.

Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου 2026

Στρατιώτης

Ξημέρωσε κι άμοιρος
τα ρούχα του φοράει,
μες στο χαμόγελο τυφλός
για τη σφαγή του πάει.

Σταυροκοπιέται βιαστικός
και σφυριχτά βαδίζει,
του φόρεσαν παράσημο
καμαρωτός γυρίζει.

Του φόρεσαν παράσημο 
Που γράφει "παλικάρι "
Το κάρφωσαν στο στήθος του
Με πρόκα,  να ποζάρει 

Και μια σημαία του 'δωσαν
του 'παν " Μην ανασάνεις
...τωρα εισαι έτοιμος 
Πήγαινε να πεθανεις"

Θα περπατώ ακόμα

 Γυρεύω δρόμο ατέλειωτο

με γελαστό αέρα

να περπατώ πανάλαφρος

τη νύχτα και τη μέρα


​Να μην κοιτάζω πίσω μου

να μη με νοιάζει η ώρα

κι ας είναι ο δρόμος μακρινός

κι ας έχει ανηφόρα


​Να 'χω το νου μου λευτερο

και την καρδιά μου άδεια

να την γεμίσω με φωτιά

με λύκους και με χάδια


​Κι όταν ο δρόμος μου σβηστεί

και σκεπαστεί με χώμα

θα 'χω εκείνα συντροφιά

... θα περπατώ ακόμα

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Όσοι φοβήθηκαν

 

Όσοι φοβήθηκαν μπροστά στη σκοτεινιά
Ποτέ δεν έμαθαν να ανάβουνε τα άστρα 
Κι όσοι αγκάλιασαν κρυφά τη μοναξιά
Άνοιξαν δρόμους και γκρεμίσανε τα κάστρα

Όσοι φοβήθηκαν να μπούνε στη φωτιά
Ποτέ δεν έμαθαν τι καίει τα σωθικά τους
Κι όσοι την έσβησαν απλά απ’ την καρδιά
Δεν βρήκαν δρόμο να γυρίσουν στ’ όνειρά τους

Κι εγώ που έμαθα να ζω στη σκοτεινιά
Ποτέ δεν είδα κάπου φωτεινά σημάδια
Κι εγώ που έπεσα με φόρα στη φωτιά
Ποτέ δεν γνώρισα τι κρύβεται στα χάδια

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2026

Ο αΛΛΟς

 Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Με έπιασε ο φόβος μου

και μου ’πε «πιο σιγά»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Γέλασε ο καθρέφτης μου

και μου ’πε «άστα αυτά»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Ακούστηκε το ψέμα μου

«Αλήθεια; Τι καλά!»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Το θάρρος μου απάντησε

«Σιγά, παληκαρά»


Είπα να γίνω άλλος

και το ’πα δυνατά

Με ρώτησε η καρδιά μου

«Αλλάζει η καρδιά;»


Είπα να γίνω άλλος

δεν το ’πα πουθενά

μην πέσω πάλι πάνω τους

κι αρχίσουνε ξανά

Συμφορά

 Φόρεσα τα καλά μου

να βγω να δυστυχήσω

και έβαλα το γέλιο μου

για να μη με λυπήσω


Φόρεσα ρούχα καθαρά

να βγω να λερωθώ

κι άφησα πίσω την καρδιά

να μην τη φορτωθώ


Θα πάρω όποιο δρόμο βρω

θα πάω όπου με βγάλει

κι άμα πετύχω το Θεό

θα πάω απ’ την άλλη


Γιατί άλλο βαρέθηκα

και είπα να ξεχάσω

να βρω καμιά συμφορά

μαζί της να γιορτάσω

Η Λεξη

 Στο στόμα μου μια λέξη

γυρεύει μια φωτιά

την πνίγω όμως μέσα μου

πίνοντας μια γουλιά


Στο στόμα μου μια λέξη

γυρεύει μια φωτιά

και κάθε βράδυ εγώ κρατώ

τα δόντια μου κλειστά


Στο στόμα μου μια λέξη

γυρεύει μια φωτιά

γι’ αυτό κι εγώ την πέταξα

επάνω στην καρδιά


Μες στην καρδιά η λέξη

άρπαξε φωτιά

κι αφού κάηκε ολόκληρη

την είπα τελικά

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

Με ρώτησαν / τους ειπα

 

Με ρώτησαν τι έμαθες

τους είπα «να ξεχνάω»,

με ρώτησαν τι ξέχασα

τους είπα «που να πάω».

Με ρώτησαν αν χάθηκα

τους είπα «δεν με νοιάζει»,

όποιος δεν ξέρει πώς θα βγει,

ποτέ του δεν τρομάζει.


Με ρώτησαν τι ήθελες

τους είπα «δεν θυμάμαι»,

με ρώτησαν τι έψαχνες

τους είπα «ό,τι φοβάμαι».

Με ρώτησαν «φοβήθηκες;»

τους είπα «ας γελάσω»,

εγώ τον φόβο μου, όταν βρω,

μαζί του θα πλαγιάσω.


Με ρώτησαν τι έσπασες

τους είπα «τη σιωπή μου»,

με ρώτησαν τι άκουσα

τους είπα «τη φωνή μου».

Με ρώτησαν τι έλεγε

τους είπα «τη ζωή μου»,

μα δεν την αναγνώρισα,

δεν ήτανε δική μου.


Με ρώτησαν πού έφτασες

τους είπα «όπως πάω»,

με ρώτησαν αν γύρισα

τους είπα «δεν γυρνάω».

Με ρώτησαν αν νίκησες

τους είπα «δεν ρωτάω»,

τα βήματά μου τέλειωσαν,

μα ακόμα προχωράω.

Σύννεφα κι αστέρια

 Τα σύννεφα κατέβηκαν 

με τα χαρτιά στα χέρια

μου ζήτησαν τα περσινά 

που φύλαγα τ' αστέρια.


Τους είπα είναι σκοτεινά 

κι άμα σας τα δώσω, 

ποιος θα μου φέγγει τη βράδια 

όταν εγω ξαπλώσω;


Κι αυτά μου είπαν κράτα τα,

μα να 'χεις στο μυαλό σου, 

πως κάποτε θα σβήσουνε 

και θα 'σαι μοναχός σου

Στρατηγός του καναπέ

 Είμαι στρατηγός μεγάλος

με παντόφλα και φραπέ

έχω κατακτήσει κόσμο

πάνω εδω στο καναπέ


έχω τάγματα και στόλους 

έχω όπλα στο χαρτί

κι αμα πέσει και το ρεύμα 

έχω εφεδρικό κερί


​Έχω λόγια για τους αλλους

έχω νόμους - θεωρίες

κι όταν έρθει η σειρα μου

ψάχνω για δικτατορίες


έχω σχέδια για πολέμους

έχω χάρτες στο συρτάρι

είμαι έτοιμος για όλα

Κι ας με λένε όλοι κλαψιάρη


​Μη με λες να βγω στο δρόμο

είμαι ήρωας της καρέκλας

έχω σώσει τρεις πατρίδες

απ’ τη άκρη της κουβέρτας


​Έχω θάρρος που δεν ξέρεις

των παλιών εγω ειμαι χνάρι

κι αν πετάξω τη παντόφλα

πετυχαίνω το φεγγάρι

Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Η Αγάπη

 Την ταΐζα με όνειρα, τη πότιζα με δάκρυ

και όταν τη βαριόμουνα, της έδινα ενα χαπι

κι αυτή απ' το κλουβακί της με κοίταγε στα μάτια

το χάδι που της έδινα, το έκανε κομμάτια


​Γρυλίζει η αγάπη μου σαν άγριο θηρίο

δαγκώνει όλες τις νύχτες μου, χωρίζεται στα δύο

δεμενη είναι στο στήθος μου, μ’ ακούω τα βήματά της

να έρχεται καταπάνω μου μαζί με τη φωτιά της

Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

 Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

οι πιο σπουδαίοι και τρανοί σε τούτη τη δουλειά

δύο σπαθιά μας έδωσε να έχουμε η πατρίς

και άλλα δύο παράσημα που είναι δανεικά


​Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

φοράμε αστέρια πάνω μας, στο πέτο λαμπερά

άξια τα κερδίσαμε, μας τα 'δωσε η πατρίς

και ας μη μας χρειάστηκε ούτε μια φορά


​Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς

οι πιο σπουδαίοι και τρανοί σε τούτη τη δουλειά

γιατί αυτό πού κάνουμε δεν το κάνει κανείς

ποτε μας δεν αφήνουμε να πέσει χαμηλά


​Είμαστε οι φύλακες του τίποτα εμείς,

και είμαστε περήφανοι-περήφανοι γι' αυτό

γιατί τόσοι που πέρασαν εδώ στης γης

εμείς φυλάξαμε γι αυτους οτι πιο ιερό

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Καρδιά

 Την έχω χρόνια μέσα μου, σαν ζώο μαθημένο,

να τρώει από το πιάτο μου, να μένει νηστική.

Την έχω μάθει στη σιωπή, όταν μιλούν οι άλλοι,

να σκύβει το κεφάλι της, να κάνει την νεκρή.


Την έχω μάθει να πονά, χωρίς να βγάζει άχνα,

μες στη φωτιά να σβήνεται, να είναι βαρετή.

Την έχω μάθει να γυρνά, χωρίς να βρίσκει άκρη,

κι όταν δακρύζει, όρθια να είναι γελαστή.


Ένα πρωί την άκουσα, αλλιώς για να χτυπάει,

τα δόντια της ορθάνοιχτα, να λένε για φωτιά.

Την είδα που σηκώθηκε, χωρίς να με ρωτήσει,

κι μ’ άφησε μοναχό μου, να ψάξει για χαρά.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2026

aς έρθει νa με φάει

 Βαρέθηκα να 'μαι αρνί

και να φοβάμαι πάντα

να με κουρεύουν οι βοσκοί

και να μου λένε "υπομονή",

"Θα σου 'ρθει η αβάντα"


​Έτσι και πήγα στο βουνό

να μάθω ν' αγριώνω,

έκανα πρόβα, μα βογκω

τόσο που τρόμαξα κι εγώ

με τον κακό μου τόνο


​Φόρεσα δόντια δανεικά 

και μια ουρά από τρίχα

βγήκα να φαω πρόβατα

μ' αντί για αγριόγατα 

τους είπα "καληνύχτα"


​Οι λύκοι που με είδανε

μου μετρήσαν το μπόι,

με κοίταξαν απ' τη κορφή

"δεν είσαι", μου 'πανε "εσύ"

"απ' το δικό μας σόι"


​Γύρισα στο κοπάδι μου

με τ' άλλα τα ζωάκια

και λύκος αν εμφανιστεί,

χαμογελώ όπως οι δειλοί

του δείχνω και δοντάκια 


​Κι αν κάποιος θέλει να με βρει

και αμα το βαστάει

εγώ δεν είμαι πια αρνί,

μα ούτε λύκος ή σκυλί

κι ας έρθει να με φάει