Πάτερ ημών κι αφέντη μου,
δοξάζω τ' όνομά σου,
σκλάβος σου θα 'μαι πάντα εγώ,
για τα θελήματά σου.
Ελθέτω η εξουσία σου
πάνω μου να πατάει,
και να με κάνει μια μπουκιά
όλο για να με φάει.
Τον άρτον επιούσιον,
δώσ’ μου ένα κομμάτι,
γιατί η φτώχεια, νόστιμη
είναι αν έχει αλάτι.
Και άφες μοι τους πόνους μου,
όλο να μεγαλώνουν,
και πάνω εδώ στις πλάτες μου
το δρόμο τους ν’ απλώνουν.
Και μη εισενέγκης εις πειρασμόν,
κάντονε αγγαρεία,
άμα περάσει απ' το μυαλό
να κάνει ανταρσία.
Ρύσαι με απ' του πονηρού,
μη γίνει η σκέψη πράξη,
μείνω χωρίς αφεντικό
κι η λευτεριά με κάψει.
Αμήν.