Σκύβω το κεφάλι κάτω, το κεφάλι για να δω,
άμα τρέμουνε τα πόδια σαν στα μάτια τους κοιτώ.
Κι ας μου λένε οι Αφεντάδες πως ελεύθερος γυρίζω,
Ξερω, το μαστίγιο τους, με μένα το ταΐζω.
Με φωνάζουν με καμάρι, με καμάρι φρόνιμο,
που 'μαθα να μην μιλάω και να λέω «ευχαριστώ».
Κι όταν ψίχουλο μου δίνουν, ένα ψίχουλο μικρό,
Τους ευχαριστώ την πείνα που μου 'μαθαν ν' αγαπώ.
Μα θα 'ρθει μια μέρα, μια μέρα που εγώ,
δεν θα σκύψω το κεφάλι, δεν θα πω «ευχαριστώ».
Θα σταθώ εκεί μπροστά τους, μπρος στα μάτια τους ορθός,
Τότ' τα μάτια θα γουρλώσω κι όποιον πάρει ο διάολος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου