Στον ώμο μου ένας καημός
σαν άρρωστο πουλάκι,
κουρνιάζει διχως να πετά
στριμώχνεται μες τα ζεστά
και τρέμει σαν παιδάκι
Του βαζω ψίχουλα, ψωμί
νερό για τη δροσιά του,
μ’ αυτό κοιτά τον ουρανό,
Κι ας έχει κάτω και τα δυό
σπασμένα τα φτερά του
Το πήγα κάποτε ψηλά
να μάθει να πετάει,
μα μόλις είδε τα βουνά,
χώθηκε ακόμα πιο βαθιά
φοβήθηκε να πάει
Το άφησα σε σύννεφο
να βρει το δρόμο, μόνο
Μα γύρισε το δειλινό
πριν πέσω για να κοιμηθώ
και κάθισε στον ώμο
Του είπα "φύγε, αφου μπορείς",
με είπε "που να πάω;",
κι εγώ του είπα "πετάξε",
και μου 'πε, όπως με κοίταξε
"δεν ξέρω να πετάω"
Κι έτσι ξεμείναμε μαζί
αφού είναι γραφτό μας
εκείνο σέρνει ενα φτερό
κι εγώ απλά καθομαι εδώ
πονώντας για τους δυό μας
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου